|
Μάνη
και Μανιάτες (1)
Καθώς
περνάς στο Βοίτυλο, στου Αλμυρού τη
στράτα
στην Καρδαμύλη, στο Ζυγό, στο Λεύκτρο,
στη Ζαρνάτα
στην Αρεόπολη, Διρό, στου Γύθειου τα
πλάγια
στον Πασσαβά, στο Ταίναρο, στην Κίττα
καί στη Λάγια
Βλέπεις
απέραντα βουνά εκεί αραδιασμένα
η γαλανή η θάλασσα να τάχη αγκαλιασμένα
κι’ έχουν μιαν όψη σταχτερή κάπως
συλλογισμένη
πολύ τραχειά, στεγνή, σκληρή τη φύση
τους πλασμένη
Κι’
ακούς να λέη μυρόπνοο καθώς περνά τ’
αγέρι
αναρριπίζοντας σεμνά τα χόρτα και τη
φτέρη
κι’ αχολογούν του πέλαου οι αύρες π’
ανεβαίνουν
στις σκληροτράχηλες πλαγιές το κλίμα
να γλυκαίνουν
«Μολών
λαβέ, Μολών λαβέ» του Βασιλιά τη ρήση
του Λεωνίδα μαχητή, ποτέτου δεν θα
σβύση
και μέσα στη συνείδηση του Έλληνα θα
μείνη
για ν’ απαντά σε καθ’ εχτρό κάθε φορά μ’
«Εκείνη»
Σ’
αυτό το μέρος, στις κορφές, στις
βαθουλές λαγκάδες
στις απροσπέλαστες πλαγιές, στων
βράχων τις σχισμάδες
στα χωριουδάκια τα φτωχά, στα σκαλωτά
χωράφια
στα βάτα και στ’ αγριόχορτα, στα ξύλα
και στ’ αγκάθια
στα
νάματα της θάλασσας, στις ξέρες και στα
πλοία
στις αμμουδιές και στους γιαλούς σε
κάθε παραλία
η Λευτεριά κατοίκησε σαν Παναγιά
Παρθένα
από τα χρόνια τα παλιά κι’ ως το
Εικοσιένα
φτάνοντας κει πανάθλια κι’ από παντού
διωγμένη
και στέριωσε και θέριεψε κι’ έζησε
τιμημένη.
Κι’
οι Έλληνες οι κάτοικοι του τόπου οι
αντρειωμένοι
θεά την είχαν λατρευτή και
πολυαγαπημένη
παλεύοντας θανάσιμα μ' εχτρούς, που
τους νικούσαν
κι’ αλώβητη κι’ αμόλυντη κοντά τους
την κρατούσαν
και τους θαυμάζανε πολύ στα ζοφερά τα
χρόνια
εκείνους τους απλοϊκούς, πού πλάθαν στα...
κοτρώνια
Ιδανικά
υπέροχα... Ελληνικά με αίμα
με της Ελλάδας την πνοή, τη δύναμη, το
πνεύμα.
Τη γη αυτή
την άγονη, ηρωική που εφάνη
στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς
αποκαλούνε …Μάνη
και κείνους τους περήφανους και
έξοχους προστάτες
της Λευτεριάς της Πάναγνης αποκαλούν...Μανιάτες
1. Από
το βιβλίο του Πάνου Γουνελά «Η ΜΑΝΗ»,
Αθήνα 1970
|